Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα μεγά­λο έλατο. Ήταν ψηλό και κυ- παρρισί. Με μα­κριά φουντωτά λουλούδια ορχιδέας για μαλλιά. Φουξ, με κιτρινοπορτο- καλί στήμονες. Και όταν φυσούσε, πλημμύριζαν τα κύματα με τη φωνή του. Με μικρά άνθη κερασιάς. Ήταν μαγικό το δέντρο. Γιατί όταν κοιμό­ταν χαμήλωναν τα κλαδιά του σαν κούνιες, ακολουθώντας στην κίνηση την ανάσα του. Όμως ήταν μόνο του. Ή έτσι νόμιζε. Οταν ήταν μικρό είχε σκαρφαλώσει σε ένα νησί, πιασμένο από ένα κούτσουρο, σε καταιγίδα, στη θάλασσα. Ξεριζωμένο, από μέ­ρος μακρινό. Γιατί απλά έπρεπε να ξεφύγει. Το νησί φούσκωνε, ήταν ηφαίστειο, και ολόγυρά του είχε φιόρδ που έσκαγαν τα κύματα. Χει­μώνας. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Αλλά το μικρό ελατάκι δεν το ένοια- ζε. Γιατί από εκεί που ήταν δεν είχαν Χριστούγεννα. Και τα περίμενε τα Χριστούγεννα… Στολιζόταν με λα­μπάκια από τον Αύγουστο, και έδινε δωράκια κάθε μέρα. Στους ανύπαρ­κτους φίλους του. Γιατί, για να το προστατέψουν οι αγαπημένοι του, το είχαν σε γυάλα. Μια γυάλα μαγι­κή που δεν φαινότανε. Αλλά, όταν ακουμπούσε τα κλαδάκια του, ήταν γυάλινη. Και κρύα.

Αλλά ήταν τυχερό, γιατί τα είχε όλα. Και του φερόταν όλοι σαν βασίλισ­σα. Όλοι, εκτός από ένα κακό σαρά­κι. Που, όταν οι άλλοι δεν το έβλε­παν, τρύπωνε κάτω από τη γυάλα και κάτω από τις ρίζες του και του τις έτρωγε. Το έλατο το αγαπούσε το σαράκι. Νόμιζε ότι ήταν φυσιολογι­κό. Νόμιζε ότι ήταν φίλος του. Όμως, για κάποιο λόγο δεν ανέπνεε. Το είχε αναφέρει στους αγαπημένους του αλλά δεν το πίστεψαν. Και αφού δεν το πίστεψαν, αποφάσισε να μη μι­λάει πια. Τα μικρά του ανθάκια κε­ρασιάς έπεφταν μαραμένα. Κάποια μέρα, αφού το σαράκι χόρτασε και έγινε τεράστιο, πήρε το καπελάκι του και με μια δραματική τούμπα έκανε πουφ! Και εξαφανίστηκε. Ανα­κουφίστηκε το έλατο που κόντευε να πεθάνει, οι μικρές του ορχιδέες είχαν τσαλαπατηθεί, αλλά του’ λεί­πε κιόλας. Σκέφτηκε πως, αν ήταν να ζήσει θα έπρεπε να κουνηθεί. Να φύγει, να μην έχει ανάγκη κανέναν, κανένα σαράκι να μην το πληγώσει. Γιανααναπνεύσει. Έτσι, πήρε φόρα … και έσκασε στη γυάλα.

Δεν έβλεπε τα όρια της γυάλας του και έτσι δεν καταλάβαινε γιατί πο- νούσαν τα κλαδιά του. Το μόνο που ήθελε ήταν Χριστούγεννα, να δίνει δώρα σε αληθινούς φίλους και να μην το νοιάζει πια το σαράκι, που μπορεί τώρα να μην το έτρωγε, αλλά είχε αφήσει τις πληγές του μέσα της. Γιατί ήταν κοριτσάκι. Ξαναπήρε φόρα και μάτωσαν τα μάτια του. Κλαδιά, λουλούδια είχαν πλεχθεί και έσπαζαν στη γυάλα. Αίματα παντού. Και εκεί που ήταν πια μισοπεθαμέ­νο, ήρθε η μαμά του και έδωσε ένα φιλάκι στη μοναξιά του, στη γυάλα.

Που ράγισε. -Μα δεν καταλαβαίνω, σκέφτηκε το ελατάκι, αφού οι άλλοι μου επέβαλλαν τον περιορισμό μου, πώς γίνεται να ραγίσει; Και τότε είδε, ζαλισμένο, πως τόσα χρόνια τα χέ­ρια του, τα κλαδιά του, μπορεί να εί­χαν μικρύνει, αλλά οι ρίζες του είχαν μεγαλώσει. Και αυτές ήταν που το έπνιγαν, γιατί μεγάλωναν σαν φωλιά γύρω από το έδαφος, με έναν θυμό, ρυθμό, απίστευτο.

Είδε, αλλά ακόμα δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά και αφού έσπασε με τα τελευταία του κλαδάκια τη γυάλα, άρχισε να κουτρουβαλάει γεμάτο γυαλιά, σαν τριαντάφυλλο της ερή­μου, σαν μπάλα, μόνο ρίζες, γεμάτο θυμό κι απόγνωση, ώσπου έφτασε στη θάλασσα. Δεν του’ χε μείνει τί­ποτε πια και λιποθύμησε. Τα κύματα το χάιδεψαν απαλά και σιγά σιγά το πήραν και βρέθηκε να ταξιδεύει, χωρίς να πατάει, χωρίς να ριζώνει, αλλά μαζεύοντας εικόνες από ηλιο­βασιλέματα και ανατολές, γλάρους και παπαγάλους του Αμαζονίου… Γνωρίστηκε με μικρές καρύδες και άκουσε ιστορίες, πολλές ιστορίες, που καμιά δεν ήταν ίδια, που έμοια­ζαν με τη δική του. Τρόμαζε από τα κύματα, μα ήταν τα μόνα που το πή­γαιναν μπρος και μετά από χρόνια… κουράστηκε. Ήταν ακόμα μόνο, σαν σε γυάλα, χωρίς τη γυάλα, παρόλο που είχε γνωρίσει τόσες ψυχούλες και του είχαν φερθεί τόσο καλά και τόσο άσχημα. Γιατί μόνο άκουγε. Η φωνή από άνθη κερασιάς, έπεφτε αργά στο βυθό.

Δεν της έλειπε η μαμά της και οι αγαπημένοι της, που τόσο την είχανε λατρέψει και την είχαν προστατέψει, γιατί τους είχε μέσα της. Τα μαλλιά της τα είχε κληρονομήσει από τη μαμά της που ήταν ορχιδέα και είχε λουλούδια κιτρινοπορτο- καλί, σαν το γέλιο της αδερφής της. Το κυπαρίσσι της χρώμα ήταν από κάτι μοναχικά κυπαρίσσια που κάποτε έτυχε να την αγαπήσουν. Οπότε… βαρέθηκε και τη θάλασσα με τις εμπειρίες της και βρήκε ένα απόκρημνο νησί στη μέση του πουθενά για να σκεφτεί. Το δικό της νησί. Ήταν τόσο απόκρημνο, που πάλι έσπαζε τα φτερά της, τα κλαδιά της για να το φτάσει, μέχρι που βρήκε ένα νεκρό κούτσουρο, το καβάλησε και οι βράχοι έσπασαν εκείνο και ανέβηκε στην πιο ψηλή κορυφή. Πάνω σε ένα ηφαίστειο. Στο νησί ζούσε ένας βράχος. Της άρεσε που ήταν εκεί και πήγε και ρίζωσε δίπλα του. Τα χρόνια πέρασαν, οι ρίζες της μπλέχτηκαν πάνω του και σε όλο το νησί, του μιλούσε, και αυτός ήταν δίπλα της, αλλά δεν της μιλούσε. Δεν μπορούσε α κάνει αλλιώς. Ήταν βράχος. Αλλά ήταν εκεί. Τα μικρά άνθη κερασιάς, τον ακουμπούσαν και έπεφταν κάτω. Και κάποια στιγμή που τα κλαδάκια της έσταζαν δάκρια, και τον έγλυ- φαν, τον σμίλευαν αλλά δεν τον ακουμπούσαν μέσα του, κατάλαβε ότι πάλι σε γυάλα ήτανε. Έδινε τα Χριστουγεννιάτικά της δώρα και τα δάκρυά της σε έναν αληθινό φίλο, που την αγαπούσε, ήταν εκεί, αλλά δεν της μιλούσε. Για να μην πονάει αλλά να τον έχει ταυτόχρονα, αποφάσισε ότι αφού δεν της μιλούσε αυτός, δεν θα μιλάει πια. Μέχρι που κάποια στιγμή άρχισε να γίνεται και αυτή βράχος. Και αυτό δεν της άρε¬σε. Γιατί δεν θα μπορούσε πια να δίνει δωράκια τα Χριστούγεννα και κάθε μέρα αν γίνεται, αφού οι βρά¬χοι δεν γεννούν λουλούδια. Χωρίς δωράκια, αν γινόταν και αυτή βρά¬χος, θα πέθαινε μέσα της. Αν ήταν να ζήσει, θα έπρεπε να σχιστεί. Σχίστη¬κε, έσκισε το μισό νησί και τις μισές της ρίζες και τον αποχαιρέτησε, ρί¬χνοντας τον απότομα στη θάλασσα. Να βρίσκεται εκεί και να τη σκέφτε¬ται κάτω από τη θάλασσα. Και να μην μιλάει. Όπως πάντα…

Και πάλι μόνη της ήτανε. Όμως, για κακή της τύχη ήταν όμορφο έλατο και μοναδικό και ήθελαν να την κό-ψουν οι ξυλοκόποι για τα Χριστού-γεννα. Δεν τους ενδιέφεραν τα δώρα της, τα άνθη κερασιάς, η φωνή της. Από τη θλίψη της, θα μπορούσε να δώσει ότι της είχε μείνει, αρκεί να της το ζητούσαν ευγενικά. Αλλά δεν ήταν ευγενικοί. Και η θλίψη της έγινε θυμός και είπε-Φτάνει πια! Δε μου φταίει κανείς. Μόνη μου έγινα μόνη μου και έχω την ευθύνη και αφού κανείς δεν εκτιμά τα δώρα μου θα γίνω όσο πιο μόνη γίνεται μήπως και τα εκτιμήσω εγώ. Έρχονται και Χριστούγεννα…. Θα γίνω εγώ το Χριστουγεννιάτικο μου έλατο και θα πάρω εγώ τα δώρα μου. Και ύψωσε τόσο ψηλά ηφαίστεια και παγίδες και θέριεψαν τόσο πολύ τα μαλλιά της και τα κύματα, που ήταν και περήφανη και για λύπηση μαζί. Και αυτό το σιχαινόταν. Το να την λυπού¬νται. Αλλά αυτά πριν. Τώρα απλά δεν την ένοιαζε. Ένα δέντρο στην άκρη ενός φιόρδ. Πάνω σε ένα ηφαίστειο. Ακίνητο, με μαλλιά ορχιδέες ν’ ανε- μίζουν, χωρίς ο άνεμος να παίρνει τα ερμητικά κλειστά της κερασένια ανθάκια. Όχι ήρεμο. Αμίλητο.

Η μόνη περίπτωση να την πλησιάσει κανείς ήταν απ’ τον αέρα. Και έτσι και έγινε Ήρθε και κάθισε στα κλαδιά της μια μέρα ένας νεαρός γλάρος. Που της κουτσουλούσε το νησί και που κανένα σεβασμό και καμία σημασία δεν έδινε στην πανοπλία της. Ξαφνιάστηκε και θύμωσε με την ανέμελη στάση του. Ερχόταν και έφευγε, άφηνε τα σημάδια του όπου έβρισκε, αλλά της μιλούσε. Και την ρωτούσε τι αισθάνεται κιόλας. Και βρέθηκε στην δυσάρεστη θέση να της αρέσει η παρέα του. Και στην ακόμα πιο δυσάρεστη θέση να αντιλαμβάνεται ότι αυτός δεν είναι βράχος, αλλά γλάρος. δεν μπορεί να είναι πάντα εκεί, αλλά μπορεί να πετά ελεύθερος και να επικοινωνεί. Αυτή είναι η φύση του. Και σ’ αυτόν τον γλάρο άρεσε να ανακινεί με τα φτερά του τον αέρα και να της σκόρπιζε τα άνθη της κερασιάς. Του άρεσαν τα ανθάκια της, η δική της φωνή. ‘Η απλά είχε συνηθίσει έτσι. Όμως αυτό σ’ αυτήν συνέβαινε πρώτη φορά, ήταν άγνωστο και την τρόμαξε. Συνηθισμένη να πολεμάει, επιτέθηκε. Διέταξε τα κύματα ν’ ανέβουν και τη λάβα να τον κυνηγήσει και να τον χτυπήσει αλύπητα. Όπως ήταν λογικό, ο γλάρος σαν γλάρος που ήταν, πέταξε μακριά της. Και έμεινε πάλι μόνη της. Αλλά είχε δει τι ήταν αυτό που της έλειπε, που την έκανε να αισθάνεται ζωντανή και μοναδική. Όχι το να δίνει, αλλά το να μοιράζεται.

Και τότε σκέφτηκε πως δεν χρειάζεται να της δώσει κανείς τον λόγο για να μιλήσει, όπως το σαράκι που της έτρωγε τις ρίζες που έδιναν ζωή στα λουλούδια της. Πως θα ήταν ακόμη πιο χρήσιμο, αντί να ακούει μόνο, να μοιράζεται την σκέψη της με τα πλάσματα που συνάντησε στη θάλασσα. Πως το να γίνει βράχος θα την σκότωνε και πως δεν χρειάζεται να περιμενει από έναν γλάρο να προσπαθεί να την κάνει να μιλήσει. Και τότε κάτι μαγικό συνέβη! Σταθερά και ήρεμα, ξεγάντζωσε τις ρίζες της από το νησί, τη γυάλα της, και τις έπλεξε σε μια βάρκα. Άνοιξε τα κλαδιά της σαν φτερά και γέμισε από άνθη κερασιάς, που τα φυσούσε ένας αέρας από μέσα της. Τώρα μπορούσε να βρει να συγχωρέσει το σαράκι, να πει μια καλημέρα στον βράχο ή να πάει βόλτα με τον γλάρο. Να συναντήσει τα πλάσματα της θάλασσας, όχι παρασυρμένη από τα κύματα, αλλά με τη δική της θέληση, στη δική της πορεία, γιατί είχε κάτι να μοιραστεί. Τον εαυτό της, χωρίς να φοβάται ότι θα τον χάσει. Μπορεί να μην προοριζόταν για Χριστουγεννιάτικο δέντρο πια, αλλά έγινε το δέντρο που θέλησε να είναι. Μια κερασιά με φωνή και ελεύθερη άποψη.

 

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο